Αρχαιότητες στο μετρό Θεσσαλονίκης: Και το ΤΕΕ προτείνει απόσπαση και επανατοποθέτηση

Αυγή, 04.04.2013

Της Μαρούλας Πλήκα

Στο πνεύμα της ιδέας που κατέθεσε και η ομάδα εργασίας του ΑΠΘ κινείται και η πρόταση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας – Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΕΕ/ΤΚΜ) για τις αρχαιότητες που βρέθηκαν στον υπό κατασκευή σταθμό του μετρό Θεσσαλονίκης στη Βενιζέλου. Το ΤΕΕ/ΤΚΜ προκρίνει τη λύση για προσωρινή απόσπαση των αρχαιοτήτων και την επανατοποθέτηση τους στον φυσικό τους χώρο όταν ολοκληρωθεί ο συγκεκριμένος σταθμός, ώστε να διασωθούν σχεδόν στο σύνολό τους τα ευρήματα.

Συγκεκριμένα, προβλέπει τη διατήρηση του συνόλου σχεδόν του αρχαίου εμπορικού δρόμου στην αρχική του θέση, με εξαίρεση τα 45 τ.μ. επί συνόλου 1.600 τ.μ., όπου θα βρίσκονται οι διελεύσεις αγωγών εξαερισμού και παροχών και οι κυλιόμενες σκάλες. Τονίζεται ότι οι αρχαιότητες θα γίνονται αντιληπτές οπτικά και κιναισθητικά από τους χρήστες του μετρό και θα αποτελούν επισκέψιμο κομμάτι του σταθμού, δημιουργώντας μάλιστα την αίσθηση ότι βρίσκονται σε ανοιχτό χώρο, χάρη στα αναρριχώμενα φυτά, τον φυσικό φωτισμό και τα χρώματα της οροφής που θα τις πλαισιώνουν. Όπως τονίστηκε στη σχετική συνέντευξη Τύπου, η λύση αυτή φαίνεται να βρίσκει καταρχήν θετική αποδοχή και από την κατασκευάστρια Αττικό Μετρό, αν και θα απαιτηθεί περαιτέρω μελέτη.

Οικονομική και μη χρονοβόρα

Σύμφωνα με το πόρισμα της οκταμελούς διεπιστημονικής ομάδας εργασίας που συγκρότησε το ΤΕΕ/ΤΚΜ για τη διάσωση των σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων στον σταθμό της Βενιζέλου, το κόστος δεν είναι δυσβάστακτο και αναμένεται να ανέλθει από 6 έως 8 εκατ. ευρώ. Όπως εξήγησε το μέλος της διοικούσας Επιτροπής του ΤΕΕ/ΤΚΜ Πάρις Μπίλλιας, που συμμετείχε στην ομάδα εργασίας, η προτεινόμενη λύση ξεκίνησε από τη βασική αρχή ότι ο σταθμός της Βενιζέλου δεν πρέπει να καταργηθεί, διότι βρίσκεται στην «καρδιά» της Θεσσαλονίκης, γειτνιάζει με σοβαρά μνημεία της πόλης και υπολογίζεται ότι θα εξυπηρετεί 85.000 επιβάτες ημερησίως έως το 2030. Τονίστηκε, επίσης, ότι, εφόσον γίνουν οι σωστές ενέργειες από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, στη χειρότερη περίπτωση θα σημειωθεί καθυστέρηση μόλις λίγων μηνών στην πρόοδο του έργου, το οποίο -σημειωτέον- ήδη βρίσκεται εκτός χρονοδιαγραμμάτων.

Η καλύτερη δυνατή

Ο πρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΚΜ Τάσος Κονακλίδης υποστήριξε ότι η λύση που προτείνεται «είναι η καλύτερη και θα προσφέρει πολλά στην πόλη της Θεσσαλονίκης». Όπως είπε, θα δώσει ώθηση στην περιοχή, μετατρέποντάς την σε πόλο έλξης τουριστών, ενώ ξεκαθάρισε ότι το ΤΕΕ/ΤΚΜ σε καμιά περίπτωση δεν θα καταστεί συμμέτοχο σε ενδεχόμενη καθυστέρηση της κατασκευής του μετρό, έργο για το οποίο τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ της υλοποίησής του. Η πρόταση του ΤΕΕ/ΤΚΜ θα κατατεθεί άμεσα στους αρμόδιους φορείς, ενώ ο κ. Κονακλίδης επανέλαβε και το πάγιο αίτημα για τη ίδρυση στη Θεσσαλονίκη ανεξάρτητου φορέα που θα εποπτεύει την κατασκευή του μετρό. Για την αναγκαιότητα αυτού τον φορέα έφερε ως παράδειγμα ότι για να λάβει το ΤΕΕ/ΤΚΜ από την Αττικό Μετρό τα σχέδια του σταθμού χρειάστηκαν πάνω από 20 ημέρες. «Το Επιμελητήριο καταθέτει αυτή την πρόταση επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως τεχνικός σύμβουλος της πολιτείας, παρ' ότι μέχρι το τέλος του Απριλίου είναι μεγάλη η πιθανότητα να μην υπάρχει καν ΤΕΕ», σχολίασε.

 

Για τις αρχαιότητες στον σταθμό Βενιζέλου

Αυγή, 09.03.2013

Του Π. Κρημνιώτη

 

Από τον ακαδημαϊκό, καθηγητή Μιχάλη Τιβέριο, λάβαμε την παρακάτω επιστολή σχετικά με άρθρο του Στάθη Γκότση για τις αρχαιότητες που ήρθαν στο φως στον σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης.

Κύριε Διευθυντά,

Επειδή στο κυριακάτικο φύλλο (03.03.2013) της έγκριτης εφημερίδας σας ο κύριος Στάθης Γκότσης, ιστορικός, σε εκτενές άρθρο του σχετικό με τις αρχαιότητες που ήρθαν στο φως κατά τις εργασίες κατασκευής του σταθμού του Μετρό Θεσσαλονίκης στην οδό Βενιζέλου, αναφέρεται στο πρόσωπό μου με ανακριβείς συλλογισμούς, θα ήθελα τηλεγραφικώς -σεβόμενος τον πολύτιμο χώρο σας- να σας εκθέσω σχετικές διευκρινίσεις με την παράκληση να δημοσιευθούν σε ένα προσεχές φύλλο σας.

1. Οι απόψεις που διατυπώνονται σε παλιότερο κείμενό μου, που παραθέτει ο κ. Γκότσης, για τη συντριπτική πλειονότητα των αρχαιολόγων που εργάζονται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία εξακολουθούν να ισχύουν στο ακέραιο. Από πού συνάγει ο κ. Γκότσης περί του αντιθέτου; Μήπως από το ότι επεσήμανα λάθη που έγιναν κατά την κατασκευή του μετρό Θεσσαλονίκης, όπως π.χ. είναι η αδιαμαρτύρητη αποδοχή κατασκευής σταθμών, τόσο στην οδό Αγ. Σοφίας, όσο και στην οδό Βενιζέλου, σε δύο θέσεις που δεν απέχουν ούτε 400 μ.; Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.

2. Εξακολουθώ να πρεσβεύω την αναγκαιότητα των ειδικεύσεων στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Ο ρόλος μου ως συμβούλου της Αττικό Μετρό Α.Ε. (μιας κρατικής εταιρείας και όχι εταιρείας εργολάβων, όπως είχε γράψει μαζί με άλλες ανακρίβειες σε παλιότερο φύλλο της εφημερίδας σας [20.01.2013] η κ. Ελένη Σωτηρίου) δεν έχει καμία σχέση με την επιστημονική παρακολούθηση της ανασκαφής, για την οποία αποκλειστικά υπεύθυνες είναι η 9η και η 16η Εφορείες Αρχαιοτήτων. Εγώ στην προφορική μου εισήγηση προς το ΚΑΣ ανέφερα μόνο ότι οι αρχαιότητες που έχουν βρεθεί στην οδό Βενιζέλου είναι σημαντικές για την ιστορία της πόλης. (Ας διαβάσει ο κ. Γκότσης προσεκτικότερα και την εισήγηση της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων).

Ωστόσο, επειδή οι υπεύθυνοι της Αττικό Μετρό Α.Ε. με έπεισαν (η Αττικό Μετρό Α.Ε., όσο γνωρίζω, δεν αρνήθηκε να δώσει τα τεχνικά στοιχεία του έργου σε κανέναν αρμόδιο φορέα που τα ζήτησε επίσημα) ότι στη συγκεκριμένη θέση είναι αδύνατη η συνολική συνύπαρξή τους με τον υπό κατασκευή σταθμό, εισηγήθηκα τη μεταφορά τους σε άλλο σημείο της πόλης. (Και ως γνωστόν μια τέτοια απόφαση πήρε ομόφωνα και το ΚΑΣ). Η μεταφορά αρχαιοτήτων είναι επιτρεπτή όταν αυτές αποκαλύπτονται σε θέσεις όπου πρόκειται να κατασκευαστούν κοινωφελή έργα. Υπενθυμίζω π.χ. τις σημαντικές και εξαιρετικά μεγάλες σε μέγεθος αρχαιότητες που μεταφέρθηκαν, υπό την εποπτεία της UNESCO, χιλιόμετρα μακριά από τη θέση ανεύρεσής τους όταν κατασκευαζόταν το φράγμα στο Ασουάν της Αιγύπτου, τον βωμό Ara Pacis στη Ρώμη, που μεταφέρθηκε περίπου 300 μ. μακριά από την αρχική του θέση (εδώ μάλιστα και για λόγους ανάδειξης του μνημείου) ή τις αρχαιότητες (τμήματα νεκροταφείου, δρόμου, ένα χυτήριο, ένα λουτρό και άλλα) που βρέθηκαν στην πλατεία Συντάγματος κατά την κατασκευή του σταθμού του μετρό και μεταφέρθηκαν στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου. Και ο κατάλογος αυτός δεν έχει τέλος.

3. Ασφαλώς δεν θα συνειδητοποίησε ο κ. Γκότσης ότι την κατεδάφιση μέρους του θαλάσσιου τείχους της Θεσσαλονίκης, αν είχαμε να αντιμετωπίσουμε σήμερα αυτό το πρόβλημα, θα την επέβαλλε, πάνω απ’ όλα, η προστασία της υγείας των κατοίκων της πόλης. Γιατί η υγεία, όλοι συμφωνούμε, είναι το πολυτιμότερο αγαθό κάθε ανθρώπου.

 

Με ιδιαίτερη εκτίμηση,

Μιχάλης Τιβέριος

 

Το μετρό, τα αρχαία και ο κατήφορος

Αυγή, 03.03.2013

Του Στάθη Γκότση*

«Αν η Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει ακόμη και σήμερα, στην εποχή της έντονης αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της κρατικής μηχανής, ένα αξιοπρόσεκτο κύρος, αυτό οφείλεται στη λαμπρή της παράδοση. Μια παράδοση που τη διαμόρφωσαν αφοσιωμένα στο έργο τους στελέχη. Οι παλαιότεροι αρχαιολόγοι, δουλεύοντας χωρίς ωράριο, με απολαβές ισχνές, εργαζόμενοι κάτω από δύσκολες συνθήκες, με αυταπάρνηση, εντιμότητα και μακριά από λαδώματα και πειρασμούς για εύκολο κέρδος, έκτισαν στέρεα την Αρχαιολογική Υπηρεσία του κράτους. Και στα αχνάρια τους βαδίζουν και οι νεότεροι αρχαιολόγοι».

Οι επισημάνσεις του διαπρεπούς καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Μιχάλη Τιβέριο, διατυπωμένες λίγα χρόνια πριν στο 4ο Συνέδριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων με τίτλο «Το μέλλον του παρελθόντος μας», μου ήρθαν ξανά στον νου με αφορμή τη δημόσια αντιπαράθεση για την τύχη των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν κατά τις εργασίες κατασκευής του σταθμού μετρό στην πλατεία Βενιζέλου της Θεσσαλονίκης.

Δεν πρόκειται για ακόμη «κάποιες» αρχαιότητες από τις δεκάδες που ανευρίσκονται κατά τις εργασίες εκτέλεσης δημοσίων έργων ανά τη χώρα και «θυσιάζονται» στον βωμό του «κοινωφελούς έργου» ή αποσπώνται από τη θέση τους για να μεταφερθούν αλλού. Στη συγκεκριμένη ανασκαφή εντοπίστηκε με εντυπωσιακή πληρότητα η καρδιά της κοσμικής πόλης των βυζαντινών χρόνων: τμήμα μήκους 76 μ. του κεντρικού μαρμαροστρωμένου οδικού άξονα της πόλης (της Μέσης Οδού) σε πολύ καλή κατάσταση διατήρησης, η διασταύρωσή του με τον λιθόστρωτο δρόμο που οδηγούσε στο λιμάνι, κτηριακά λείψανα της πόλης του 6ου – 9ου αιώνα μ.Χ., αλλά και μεγάλα δημόσια οικοδομήματα του 7ου αιώνα, φαινόμενο σχεδόν μοναδικό για τον βυζαντινό κόσμο.

Η σπουδαία αυτή ανακάλυψη κινητοποιεί ήδη όχι μόνο τους αρχαιολόγους, αλλά και τις τοπικές αρχές, την επιστημονική κοινότητα και τους κατοίκους της πόλης στην κατεύθυνση της εξεύρεσης λύσεων για τη διατήρηση και ανάδειξη των αρχαιοτήτων στη θέση τους, για να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη ένα διεθνούς ενδιαφέροντος δείγμα συνύπαρξης σύγχρονου έργου με σπάνιες αρχαιότητες που υπογραμμίζουν τη διαχρονία της πόλης.

Ωστόσο, η εξαιρετικά επιθετική στάση της εταιρείας Αττικό Μετρό, του μόνου παράγοντα που έχει πραγματικούς, δηλαδή οικονομικούς λόγους να απεύχεται μια τέτοια εξέλιξη, δυναμιτίζει έως τώρα κάθε προσπάθεια για εποικοδομητικό διάλογο. Δυστυχώς, η κινδυνολογική επιχειρηματολογία της εταιρείας, που συνοψίζεται στο απαρχαιωμένο δίλημμα «ή το μετρό, ή τα αρχαία» και επιχειρεί να διχάσει την πόλη, βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε πολιτικά πρόσωπα που κατέχουν θέσεις ευθύνης. Ακόμη δυστυχέστερα, στο πλευρό της εταιρείας στέκεται ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Μ. Τιβέριος, απέναντι στην Αρχαιολογική Υπηρεσία με «το αξιοπρόσεκτο κύρος» και τους αρχαιολόγους της που εργάζονται «με εντιμότητα και μακριά από λαδώματα και πειρασμούς για εύκολο κέρδος».

Το τελευταίο σημείο χρήζει περαιτέρω σχολιασμού. Όχι γιατί δεν δικαιούται ένας επιφανής πανεπιστημιακός να διατυπώνει δημόσια την επιστημονική γνώμη του, ακόμη και αν είναι αντίθετη με την κυρίαρχη στο «συνάφι» του. Κάθε άλλο.

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, ωστόσο, γεννώνται αρκετά ερωτηματικά. Ο καθηγητής Τιβέριος είναι από χρόνια διαπρύσιος υπερασπιστής της ανάγκης διαχωρισμού των αρχαιολογικών ειδικοτήτων (προϊστορικών/κλασικών και βυζαντινών). Στο άρθρο του στο “Βήμα” (στο οποίο είναι τακτικός αρθρογράφος), με τίτλο «Η κατρακύλα…» (18/11/2012) σημειώνει πως «τα αρχαία δεν έχουν φωνή και η ανεπιτυχής διαχείρισή τους έχει συνέπειες οι οποίες δεν είναι άμεσα ορατές». Καυτηριάζει δε την απόφαση να τοποθετηθεί προσωρινά ως προϊστάμενος του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ένας βυζαντινός αρχαιολόγος και όχι ένας προϊστορικός ή κλασικός. Ανεξάρτητα με το αν συμφωνεί ή όχι κανείς με αυτήν την άποψη, γεννάται το ερώτημα: Πώς δέχτηκε ο κ. Τιβέριος, κλασικός αρχαιολόγος ων, να γνωμοδοτεί για βυζαντινές αρχαιότητες; Δεν θα ήταν συνεπέστερο με την άποψή του να παραπέμψει το θέμα σε κάποιον βυζαντινολόγο ακαδημαϊκό ή συνάδελφό του στο ΑΠΘ; Μήπως, όμως, οι προαναφερθέντες, όπως άλλωστε και το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του ΑΠΘ, έχουν συνταχθεί με την άποψη της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων περί διατήρησης των συγκεκριμένων αρχαιοτήτων κατά χώραν και σε συνύπαρξη με τον σταθμό του Μετρό;

Ερωτήματα γεννούν και οι δηλώσεις του στις 12/2/2013 (συνέντευξη Τύπου της Αττικό Μετρό): «Βεβαιώθηκα μέσα μου ότι δεν υπάρχει καμία άλλη λύση παρά η μεταφορά όλων των αρχαιοτήτων (…). Κάτω από αυτές τις αρχαιότητες πιθανότατα υπάρχουν και άλλες αρχαιότητες (…), επομένως με την απόσπασή τους και την τοποθέτησή τους κάπου αλλού (…) θα μπορούμε να δούμε όλες τις φάσεις της πόλης». Προφανώς πείστηκε αποκλειστικά από τους τεχνικούς της Αττικό Μετρό, αφού κανείς άλλος (λ.χ. το ΤΕΕ ή τα σχετικά με το θέμα πανεπιστημιακά τμήματα) δεν έχει μέχρι σήμερα καν πρόσβαση στα τεχνικά στοιχεία του έργου. Και αρκεί αυτή η βεβαιότητα για να αγνοηθούν οι διεθνείς συμβάσεις προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, που ορίζουν πως παρόμοιες αρχαιότητες είναι «αμετακίνητες»; «Ο ίδιος ο χαρακτήρας του μνημείου», τονίζει το Ελληνικό Τμήμα του Διεθνούς Συμβουλίου Μνημείων και Τοποθεσιών (ICOMOS), «καθιστά απαγορευτική τη μετακίνησή του, δεδομένου ότι η λειτουργία μιας αρχαίας οδού είναι συγκεκριμένη και κυρίως άμεσα εξαρτώμενη και αλληλένδετη με τον χώρο στον οποίο βρίσκεται». Πέραν αυτού, είναι δυνατόν εν έτει 2013 η εύλογη επιστημονική περιέργεια (ιδιαίτερα ενός κλασικού αρχαιολόγου) για τα τυχόν προγενέστερα αρχαιολογικά κατάλοιπα να προβάλεται ως επιχείρημα για τη μεταφορά ενός μοναδικού και «αμετακίνητου» βυζαντινού μνημείου, ειδικά σε μια πόλη που άκμασε ακριβώς τη βυζαντινή περίοδο;

«Αν υπήρχε το θαλάσσιο τείχος που το 1870 κατεδάφισαν οι Τούρκοι, θα το αφήναμε και θα πεθαίναμε από αρρώστιες; Είναι τα αρχαία πάνω απ’ όλα;» (“Αγγελιοφόρος”, 17/2/2013). Άλλη μία δήλωση του κ. Τιβέριου, που είναι και σύμβουλος της Αττικό Μετρό, δεν προκαλεί απλώς ερωτηματικά, αλλά και τρόμο. Πώς γίνεται να αναπαράγεται σήμερα με τόση ευκολία η κινδυνολογική επικοινωνιακή ρητορική του Σαμπρί Πασά, όταν οι μελετητές της πολεοδομικής εξέλιξης της Θεσσαλονίκης έχουν δείξει πως η κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους υπαγορεύτηκε κυρίως από οικονομικούς λόγους και εντάσσεται στο πλαίσιο του συνολικού εξευρωπαϊστικού εγχειρήματος της οθωμανικής διοίκησης; Κι αν πράγματι τα θαλάσσια τείχη είχαν παραμείνει μέχρι σήμερα όρθια, θα υπήρχε κάποια περίπτωση στ’ αλήθεια να προταθεί να κατεδαφιστούν ή να μεταφερθούν κάπου αλλού; Θέλω να ελπίζω πως όχι.

Φοβούμαι, τέλος, πως το ερώτημα «Είναι τα αρχαία πάνω από όλα;» στέλνει τον όποιο προβληματισμό για τη διαχείριση των αρχαιοτήτων πολλά χρόνια πίσω. Σήμερα, όλη η σχετική διεθνής συζήτηση και οι ακολουθούμενες πρακτικές τείνουν ακριβώς στην υπέρβαση του διλήμματος «ή οι σύγχρονες ανάγκες, ή τα αρχαία». Ακριβώς γιατί ενδιαφέρει πρωτίστως η συνύπαρξη των δύο, η ένταξη του μνημειακού πλούτου στη ζωή των σημερινών πόλεων. Νομίζω πως και στην περίπτωση των αρχαιοτήτων που βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη είναι εφικτός ένας περισσότερο εμπεριστατωμένος, επικαιροποιημένος και αποτελεσματικός διάλογος. Το αξίζουν όχι βεβαίως τα αρχαία από μόνα τους, αλλά η ίδια η πόλη και οι κάτοικοί της.

* Ο Στάθης Γκότσης είναι ιστορικός

 

Ο Κουράκης για τα αρχαία του μετρό Θεσσαλονίκης

Αυγή, 16.02.2013

Στη Βουλή φέρνει το θέμα των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου στο μετρό Θεσσαλονίκης ο βουλευτής Α' Θεσσαλονίκης και συντονιστής της ΕΕΚΕ Παιδείας – Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ Τάσος Κουράκης με επίκαιρη ερώτηση στην οποία επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι "η γεν. γραμ. Πολιτισμού οφείλει να προστατεύσει τα εξαιρετικής σημασίας αρχαιολογικά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στο σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης και να επιβάλει την εξεύρεση τεχνικής λύσης για τη συνύπαρξη του σταθμού με τις αρχαιότητες, όπως συμβαίνει σε αρκετούς σταθμούς του μετρό της Αθήνας".

Έντονες αντιδράσεις για την απαράδεκτη απόφαση μεταφοράς των αρχαιοτήτων

Στο θέμα παρεμβαίνει και το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του ΑΠΘ απευθύνοντας έκκληση προς τους πανεπιστημιακούς, τους φοιτητές, τις πνευματικές και επιστημονικές δυνάμεις της πόλης, τη Δημοτική Αρχή, τις θρησκευτικές ηγεσίες, τους σκεπτόμενους πολίτες που ενδιαφέρονται για την τύχη της πόλης τους, ζητώντας τους να "απαιτήσουν από τους αρμόδιους του υπουργείου Πολιτισμού και την εταιρεία Αττικό Μετρό να ασχοληθούν σοβαρά και να εξαντλήσουν κάθε τεχνική δυνατότητα, ώστε να διατηρηθεί και να αναδειχθεί, σε συνδυασμό με την κατασκευή του Σταθμού Βενιζέλου, ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος των αρχαιοτήτων στον χώρο του σταθμού".

Όπως μάλιστα επισημαίνει σε ανακοίνωσή του, η απόφαση της μεταφοράς των αρχαίων "αφαιρεί από αυτά το πιο μεγάλο μέρος της σημασίας τους, καθώς τα απομονώνει από τον φυσικό τους χώρο και αναιρεί τη λειτουργία τους. Είναι έργο δαπανηρό, αν εκτελεστεί σωστά, και δεν εγγυάται ένα επιτυχές αποτέλεσμα. Στερεί την πόλη από ένα θαυμάσιο αξιοθέατο μέσα στον ιστορικό της πυρήνα, το οποίο, με την ανάδειξη και την κατάλληλη εκμετάλλευσή του, μπορεί να αποβεί πόλος έλξης επισκεπτών και αιμοδότης εσόδων για το χειμαζόμενο εμπορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τέλος η απόφαση της απομάκρυνσης και των τελευταίων αρχαίων που βρέθηκαν στο έργο προσβάλλει την ιστορική συνείδηση και την αγάπη των πολιτών για την πόλη τους".

Διεθνή έκκληση για τη διάσωση και συνύπαρξη των μοναδικών μνημείων 4ου-9ου αιώνα στον σταθμό μετρό Βενιζέλου κάνει ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων.

 

Λανθασμένη η απόφαση μεταφοράς αρχαιοτήτων από σταθμό του μετρό

Αυγή, 16.02.2013

Του Γιάννη Κύρκου Αικατερινάρη*

Είναι ανάγκη να ενταχθούν τα τόσο σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα του σταθμού τού μετρό τής Θεσσαλονίκης, εκεί όπου βρέθηκαν και δημιουργήθηκαν, έστω κι αν δεν θα βρίσκονται στο αρχικό ανοικτό περιβάλλον τους

Ερωτηματικά προκαλεί -και δεν είναι η πρώτη φορά- η απόφαση του ΚΑΣ (Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου) για την απόσπαση και τη μεταφορά σε άλλο χώρο αρχαιολογικών ευρημάτων του πολεοδομικού ιστού της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης, που βρέθηκαν στον σταθμό της οδού Βενιζέλου τού υπό κατασκευήν μετρό της πόλης. Ιδιαίτερες, όμως, απορίες προκαλεί η στάση ορισμένων αρχαιολόγων, εκτός ΚΑΣ, που, αν και προς άλλη κατεύθυνση θα έπρεπε να τους οδηγεί το αντικείμενο των σπουδών τους, στηρίζουν με αδύναμη επιχειρηματολογία μια τέτοια απόφαση. Ένας μάλιστα απ’ αυτούς, σε σχόλιό του αναρτημένο προσφάτως σε blog, παραλλήλισε τη «λογική» της απόφασης με αντίστοιχες τακτικές, που εφαρμόστηκαν αλλού, με την απόσπαση και μεταφορά μεμονωμένων μνημείων. Χρησιμοποίησε μάλιστα το επιχείρημα ότι …«τμήμα μιας βασιλικής (εκκλησίας) εγκαταστάθηκε στo campus του Ζωγράφου», έστω κι αν πρόκειται προφανώς για ένα μεμονωμένο μνημείο της Αθήνας.

Σε ό,τι αφορά όμως τη διαχείριση του μνημειακού αποθέματος σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, επισημαίνω ότι ανάμεσα στις δύο πόλεις υπάρχουν μεγάλες διαφορές. Με πρώτη απ' όλες τη διαπίστωση ότι στην ελληνική πρωτεύουσα του πληθυσμιακού γιγαντισμού εξακολουθεί, μέσα στο χάος της σύγχρονης πόλης, να "υπάρχει" η κλασική Αθήνα με τη διατήρηση και ανάδειξη μεγάλων τμημάτων του αρχαίου αστικού ιστού της και ιδιαίτερα των δημόσιων χώρων. Και όλα αυτά με δεδομένο ότι τα διατηρηθέντα αυτά αρχαιολογικά σύνολα δεν βρίσκονται -ευτυχώς- ανάμεσα σε θεόρατες πολυκατοικίες, όπως αυτές της Θεσσαλονίκης, των οποίων το ύψος και την κάλυψη «εμπνεύστηκε» και επέβαλε πάλι η κεντρική εξουσία, με ειδικό διάταγμα όρων δόμησης… Ένα διάταγμα που αποτέλεσε -σε συνδυασμό με τη θεσμοθέτηση της αντιπαροχής- κίνητρο… για την καταστροφή της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης!

***

Επίσης ο επισκέπτης στην Αθήνα έχει τη δυνατότητα, διανύοντας δρόμους και σοκάκια στο Θησείο, στην Αγορά, στην Πλάκα, στον Κεραμεικό κ.α., να "ανακαλύπτει" την κλασική -και μεταγενέστερη- πόλη και να ονειρεύεται φιλοσοφώντας (σ.σ.: σημαντική η θεσμοθέτηση και εφαρμογή σχεδίου ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων για τον αποκαλούμενο "αρχαιολογικό" περίπατο).

Στην «πολυπολιτισμική» όμως Θεσσαλονίκη, κυριάρχησε και κυριαρχεί η λογική του "ξεριζώματος" σημαντικών οικιστικών συνόλων και της συνακόλουθης ιστορικής μνήμης. Κι όλα αυτά γιατί επικράτησε η άποψη ότι η κατασκευή ενός «μεγάλου έργου», όπως αυτό του μετρό, αποτελεί «δώρο» της κεντρικής εξουσίας προς την πόλη και όχι υποχρέωσή της προς τη «συμπρωτεύουσα» για ό,τι αυτή συνεισφέρει στη χώρα. Ακολουθείται δηλαδή και στην περίπτωση του μετρό η παραίνεση της σκωπτικής λαϊκής παροιμίας «όταν σου χαρίζουν γάιδαρο, μην τον κοιτάς στα δόντια». Μια τακτική όμως που προσιδεάζει στη συμπεριφορά ενός αφέντη – άρχοντα προς υπηκόους.

Αλλά η ιστορική μνήμη και η ταυτότητα ενός τόπου δεν στοιχειοθετούνται, αρκούντως και αξιοπίστως, με εκφωνήσεις πανηγυρικών και δικτατορικής έμπνευσης «αναπαραστάσεις» ιστορικών γεγονότων, αλλά μέσα από ενέργειες και πράξεις άλλου χαρακτήρα, όπως η διατήρηση οικιστικών συνόλων ή τμημάτων τους. Η Θεσσαλονίκη ιδιαίτερα έχει να επιδείξει πολλά από αυτά, που ανήκουν μάλιστα σε όλες τις ιστορικές φάσεις της πόλης (προβυζαντινή, για μην πάω παλαιότερα, ρωμαϊκή, οθωμανική, ακόμη και της περιόδου της αποκατάστασης προσφύγων του '22).

Και δεν μπορεί βεβαίως να ισχυριστεί κανείς ότι είναι επαρκής για την ιστορική τεκμηρίωση και την ανάδειξη του "πνεύματος" της πόλης, στην κάθε χρονική περίοδό της, η διάσωση μεμονωμένων μνημείων, όσο αξιόλογα κι αν είναι αυτά. Αυτά θα ήταν ασφαλώς περισσότερο χρήσιμα αν διατηρούνταν μέσα στον περιβάλλοντα χώρο τους, έστω κι αν αυτός «μεταμορφώθηκε» σταδιακά μέσα από τις διαχρονικές και αργές διαδικασίες που επέβαλαν τα γεγονότα και οι νέες κάθε φορά ανάγκες ζωής.

***

Η Θεσσαλονίκη, λοιπόν, θα πρέπει να απαιτήσει κάποτε από τους άρχοντες της κεντρικής εξουσίας αυτό που δικαιωματικά της ανήκει. Να μπει φραγμός στην καταστροφή του μνημειακού της αποθέματος, να σταματήσει επιτέλους η επίκληση κάθε φορά της πίεσης του χρόνου και τα διάφορα εφευρήματα περί αναγκαιότητας ή κακής συγκυρίας καταστάσεων (οικονομική δυσπραγία, ανάγκες άμεσης οικιστικής αποκατάστασης εσωτερικών μεταναστών και πάει λέγοντας).

Θυμίζω εδώ ότι ο σημερινός πρωθυπουργός, κ. Σαμαράς, όταν θήτευσε υπουργός Πολιτισμού στην τελευταία κυβέρνηση Καραμανλή, ένα από τα πρώτα του μελήματα ήταν να… διακόψει τη δρομολογημένη από προηγούμενο υπουργό διαδικασία αγοράς (και στη συνέχεια αποκατάστασης) του τόσου ενδιαφέροντος «κόκκινου» σπιτιού στην πλατεία Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης, που προρίζονταν μάλιστα για εγκατάσταση υπηρεσιών του υπουργείου του… Σήμερα το τόσο ενδιαφέρον, από άποψη μορφολογίας και ιστορικότητας, κτήριο βρίσκεται στο στάδιο της εγκατάλειψης και της επερχόμενης καταστροφής του…

***

Ας αντιδράσουμε λοιπόν σε τέτοιες λογικές που οδήγησαν τη Θεσσαλονίκη, την τόσο πλούσια παλαιότερα πόλη σε μνημειακό απόθεμα και αρχιτεκτονική κληρονομιά, να παρουσιάζει μια υστέρηση σε έργα διάσωσής τους, ιδιαίτερα σε σχέση με εκείνα της Αθήνας. Πέρα όμως από την προφανή αναγκαιότητα της συνδρομής της πολιτείας στη διατήρηση του συγκεκριμένου βυζαντινού οικιστικού συνόλου, υποθέτω πως όλο και θα υπάρχουν ανάλογα ευρωπαϊκά προγράμματα και κονδύλια, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για ένα τόσο σημαντικό έργο πολιτισμικής κληρονομιάς. Κι αν δεν υπάρχουν, ας απευθυνθούν οι κάθε είδους αρμόδιοι και σε διεθνείς οργανισμούς (UNESCO κ.λπ.), ζητώντας τη συνδρομή τους.

Γιατί είναι ανάγκη να ενταχθούν τα τόσο σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα του σταθμού τού μετρό τής Θεσσαλονίκης, εκεί όπου βρέθηκαν και δημιουργήθηκαν, έστω κι αν δεν θα βρίσκονται στο αρχικό ανοικτό περιβάλλον τους. Αναμφίβολα, ωστόσο, θα συμβάλλουν σημαντικά στην ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα της πόλης, θα αναβαθμίζουν το μετρό, θα αποτελούν ακόμα έναν άλλο πόλο προσέλκυσης επισκεπτών στην περιοχή και την πόλη γενικότερα.

Λύσεις λοιπόν πάντα υπάρχουν. Αρκεί να εγκαταλειφθεί η τακτική των "εκπτώσεων" στην αξία των πολιτισμικών αγαθών της χώρας και της μιζέριας, που χρόνια τώρα διακατέχει τους «αρμοδίους» του Κέντρου, αλλά και πολλούς από τους τοπικούς άρχοντες. Προς επίρρωση μάλιστα αυτών των απόψεών μου, σας επισυνάπτω ένα ντοκουμέντο (καταγγελία με υπογραφές) για το πώς σώθηκε, με πρωτοβουλία ορισμένων αρχιτεκτόνων, ένα σημαντικό τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της πλατείας Ναυαρίνου, μέσα μάλιστα στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες της τελευταίας δικτατορίας… Σημειολογικά παρουσιάζει ενδιαφέρον και το γεγονός ότι η ημερομηνία των ενεργειών διάσωσης του μνημείου συνέπεσε με εκείνη του ξεσηκωμού του Πολυτεχνείου. Σήμερα επισκέπτες και κάτοικοι της πόλης χαίρονται το μνημείο, πάνω στο οποίο είχαν τότε κατασκευαστεί… τα θεμέλια μιας υπό ανέγερση πολυκατοικίας!

 

Θεσσαλονίκη, 13.2.2013

*Ο Γιάννης Κ. Αικατερινάρης είναι αρχιτέκτων, π. πρόεδρος του ΣΑΘ και του ΤΕΕ/ΤΚΜ

 

Μεταφέρουν τα μνημεία ακυρώνοντάς τα

Αυγή, 29.01.2013

Του Π. Κρ.

Μετά και την υπογραφή της υπουργικής απόφασης από τον αναπληρωτή υπουργό Κώστα Τζαβάρα, το "έγκλημα" εσυνετελέσθη για τις σημαντικότατες αρχαιότητες που βρέθηκαν στον σταθμό Βενιζέλος του Μετρό Θεσσαλονίκης. Η Αττικό Μετρό τελικά επέβαλε τη θέση της και οι αρχαιότητες θα μεταφερθούν σε δύο μεγάλα κτήρια του Στρατοπέδου Μελά που παραχωρεί στη Γενική Γραμματεία Πολιτισμού το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Με αυτή την απόφαση ουσιαστικά η πλακόστρωτη λεωφόρος και η διασταύρωσή της με την αρχαιότερη χάραξη της σημερικνής οδού Βενιζέλου, οι δυο περίφημοι βυζαντινοί δρόμοι δηλαδή μαζί με τα οικοδομήματα που τους περιβάλλουν, ουσιαστικά ακυρώνονται.

μια πολιτική ηγεσία που άγεται και φέρεται από τα συμφέροντα κατασκευαστικών και άλλων συμφερόντων πού να βρει χρόνο και διάθεση να ρίξει ένα βλέμμα στην ιστορία του τόπου

"Ένας αρχαίος δρόμος δεν μπορεί να καταστεί 'έκθεμα': αν μετακινηθεί σε άλλη θέση, χάνει την ιστορία του και τη θέση του ως δρόμου της πόλης" φωνάζουν πριν ακόμα γνωμοδοτήσει το ΚΑΣ οι αρχαιολόγοι. Έτσι κι αλλιώς, οι επισημάνσεις και οι προτάσεις τους δεν εισακούστηκαν. Διότι απλώς δεν συμφέρει την κατασκευάστρια εταιρεία "η αναζήτηση μιας αρχιτεκτονικής και τεχνικής λύσης για έναν υπόγειο σταθμό που, μαζί με τη μετακίνηση των επιβατών, θα εξασφάλιζε και την περιήγησή τους στην ιστορία της πόλης" και "θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο -σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο- εγχείρημα συνύπαρξης της πολιτιστικής κληρονομιάς και της σύγχρονης ζωής", όπως άλλωστε έχει αποδείξει και το παράδειγμα των επιτυχημένων επεμβάσεων στους σταθμούς του μετρό της Αθήνας.

Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων υπ' αυτή τη συνθήκη ζητάει την επανεξέταση της απόφασης για τη μεταφορά των αρχαιοτήτων στο στρατόπεδο Π. Μελά και την εξάντληση όλων των περιθωρίων ανεύρεσης τεχνικής λύσης για τη διατήρησή τους κατά χώραν ως επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου εντός του σταθμού Βενιζέλου. Επιπλέον, ζητά να ανοίξει η ανασκαφή στο κοινό, για να επισκεφτούν το μοναδικό αυτό εύρημα οι πολίτες της Θεσσαλονίκης και κάθε ενδιαφερόμενος, προκειμένου να σχηματίσουν σαφή αντίληψη για το πόσο σημαντική είναι η διατήρησή του.

Ωστόσο, υπάρχει και το ίδιο το στρατόπεδο Παύλου Μελά, μνημείο της σύγχρονης ιστορίας μας, στο οποίο έχουν αποτυπωθεί οι σκληρές περίοδοι της κατοχής, της αντίστασης, του εμφυλίου, με εκτελέσεις και διώξεις. Όμως μια πολιτική ηγεσία που άγεται και φέρεται από τα συμφέροντα κατασκευαστικών και άλλων συμφερόντων πού να βρει χρόνο και διάθεση να ρίξει ένα βλέμμα στην ιστορία του τόπου. Η κρίση, άλλωστε, δίνει το άλλοθι, μιας και η συνταγή που προκρίθηκε είναι η ωφελιμότερη για την κατασκευαστική εταιρεία. Τι πειράζει λοιπόν να παραχώνουμε τα αρχαία στα σύγχρονα μνημεία αδιαφορώντας και για την ιστορία, και για τη μνήμη…

Π.Κρ.

Να σωθούν βυζαντινές αρχαιότητες στο μετρό Θεσσαλονίκης

Αυγή, 15.01.2013

Του Π. Κρημνιώτη

Η τύχη των ανεκτίμητης σπουδαιότητας βυζαντινών οδών που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στον σταθμό Βενιζέλου του Μετρό Θεσσαλονίκης κρίνεται σήμερα στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, καθώς αναμένεται να κριθεί αν η πολιτεία θα αποφασίσει να τις διατηρήσει και να τις αναδείξει ταυτόχρονα με τη λειτουργία του μετρό ή θα υποκύψει στις βουλές των κατασκευαστών που επιθυμούν τη φτηνότερη λύση της αποδόμησης-μεταφοράς τους ή, στη χειρότερη των περιπτώσεών τους, την κατάχωσή τους.

Σήμερα κρίνεται στο ΚΑΣ η τύχη τους

Η αρχαιολογική έρευνα κατά τις εργασίες για τη δημιουργία του σταθμού Βενιζέλου του μετρό στη Θεσσαλονίκη έφερε στο φως το κέντρο της βυζαντινής πόλης αποκαλύπτοντας τον γνωστό μαρμαροστρωμένο δρόμο decumanus και τη διασταύρωσή του με τον λιθόστρωτο δρόμο cardo. Πρόκειται για τους κεντρικούς άξονες της πόλης, οι οποίοι αποκαλύφθηκαν σε άριστο βαθμό διατήρησης δίνοντας μια μοναδική εικόνα της βυζαντικής πόλης, την καρδιά της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, στην πλατεία Βενιζέλου. Ο decumanus αποκαλύφθηκε με τις αρματοτροχιές του, τις αυλακιές δηλαδή που κάνανε στο μάρμαρο για να μπαίνουν οι τροχιές των αρμάτων, αλλά και με κτίσματα και στις δύο πλευρές που σώζονται σε ικανό ύψος και σε μήκος που ξεπερνάει τα 75 μέτρα.

Οι αρχαιολόγοι γνώριζαν ότι σ' αυτό το σημείο εντοπίζεται η καρδιά της βυζαντινής Θεσσαλονίκης πριν από τη χάραξη του μετρό και από τότε προειδοποιούσαν για την ύπαρξή τους και προέτρεπαν για την αντιμετώπιση του θέματος εξ αρχής. Δεν εισακούστηκαν. Ακόμα και τώρα, την ύστατη ώρα, εξακολουθούν να καλούν την πολιτεία να μην υποκύψει στις απαιτήσεις της "Αττικό Μετρό", που επιθυμεί λόγω κόστους να μετακινήσει τα αρχαία, δεδομένου ότι μια τέτοια λύση ακυρώνει το ίδιο το μνημείο. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι μπορεί να υιοθετηθεί η λύση που προκρίθηκε και στον σταθμό Μοναστηρακίου στην Αθήνα, όπου τα αρχαία διασώθηκαν και μπορούν να τα θαυμάσουν οι διερχόμενοι. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό και στον σταθμό Βενιζέλου, δεδομένου ότι οι δυο βυζαντινοί δρόμοι βρίσκονται σε μικρότερο εστιακό βάθος (5 μέτρα) από αυτό που θα κινηθεί ο συρμός (11 μέτρα).

Οι πολύ σημαντικές αυτές αρχαιότητες είναι ανάγκη να διατηρηθούν ορατές, να αναδειχτούν και να παραδοθούν ως ένα ακόμα πολύ σημαντικό μνημείο της πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης, δεδομένου ότι αυτή η λύση είναι απολύτως εφικτή, ίσως όμως απαιτεί μεγαλύτερα κονδύλια από την κατασκευάστρια εταιρεία.

Εξαιτίας της σπουδαιότητας των αρχαιοτήτων και με ορατό τον κίνδυνο της υιοθέτησης της πλέον οικονομικής για τους κατασκευαστές λύσης, κατέθεσαν ερώτηση στη Βουλή οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ Αναστάσιος Κουράκης, Ευαγγελία Αμανατίδου, Γιάννης Αμμανατίδης και Δέσποινα Χαραλαμπίδου, με την οποία ρωτούν τους υπουργούς Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο και Μακεδονίας – Θράκης Θόδωρο Καράογλου αν "υπάρχει πρόθεση να διασωθούν και να διατηρηθούν ορατές, κατά ανάλογο τρόπο, όπως συμβαίνει σε σταθμούς του μετρό της Αθήνας", και "σε ποιες ενέργειες θα προχωρήσει ώστε να συνεχιστεί και να επεκταθεί η αρχαιολογική έρευνα στον σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης". Επισημαίνουν μάλιστα "ότι πρόκειται για εξαιρετικής σημασίας αρχαιότητες και είναι ανάγκη να εξευρεθεί η δέουσα στατική λύση που θα εξασφαλίσει και τη λειτουργία του σταθμού και τη διατήρηση των αρχαιοτήτων, ανεξάρτητα από το κόστος. Η Γ.Γ. Πολιτισμού, ως ο καθ’ ύλην αρμόδιος φορέας για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, οφείλει να επιβάλει στους κατασκευαστές του έργου όχι μόνο τη διατήρηση αυτής της, εξέχουσας σημασίας, νησίδας της βυζαντινής πόλης που ήρθε στο φως, αλλά και να φροντίσει για τη συνέχιση και επέκταση της ανασκαφικής έρευνας, ώστε να εμπλουτιστεί περαιτέρω η επιστημονική γνώση για αυτή την ιδιαίτερα σημαντική ιστορική περίοδο της Θεσσαλονίκης".

Ελπίζουμε στη σημερινή συνεδρίαση του ΚΑΣ να μην εισακουστεί ο εργολάβος, αλλά να πρυτανεύσει η λογική και να προταχθεί η διάσωση και η ανάδειξη αυτών των σπουδαίων αρχαιοτήτων προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.